Ιστορίες από τον παιδικό σταθμό: ο τύπος της αυταρχικής Γερμανίδας

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤαξιδεύοντας λιγάκι, και έχοντας γνωρίσει ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλοι οι άνθρωποι λίγο πολύ θέλουμε τα ίδια πράγματα, ανεξαρτήτως από την καταγωγή μας: θέλουμε ασφάλεια, αγάπη, να είμαστε χαρούμενοι και ικανοποιημένοι. Πάντα και σε όλα τα μέρη μπορείς να βρεις ανθρώπους με τους οποίους να συνεννοείσαι, με τους οποίους μπορείς να αναπτύξεις φιλικές σχέσεις, να έρθεις πιο κοντά, να τους καταλάβεις και να σε καταλάβουν.

Ωστόσο έχω επίσης παρατηρήσει ότι οι λαοί έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά – τα οποία σε κάποιο βαθμό, ο οποίος αλλάζει από άτομο σε άτομο, μεταφέρονται και σε καθέναν ξεχωριστά. Σαν όλα τα άλλα πράγματα στη ζωή μας, είναι θέμα πιθανοτήτων, και εξαρτάται ιδιαίτερα από την παιδεία και εκπαίδευση που λαμβάνουμε μεγαλώνοντας σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.

Τα γράφω όλα αυτά γιατί, έχοντας επιστρέψει στη Γερμανία, αρχίζω και συναντώ πάλι κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα του λαού, τα οποία είχα ξεχάσει. Για παράδειγμα, οι δυναμικές, αυταρχικές γυναίκες που δε μασάνε τα λόγια τους: γιατί υπάρχουν τόσες από δαύτες στη Γερμανία; Το αποδίδω στην νοοτροπία του λαού, στον τρόπο που μεγαλώνει τα παιδιά του. Εμείς στην Ελλάδα δε μεγαλώνουμε τόσο με τη νοοτροπία του να διεκδικούμε αυτό που θεωρούμε σωστό και πρέπον, όσο με τη νοοτροπία του να παίρνουμε αυτό που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο πιστεύουμε ότι μας αξίζει, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο το επιτυγχάνουμε αυτό, και του αν κάποιος άλλος (ή η πολιτεία/κοινωνία) βλάπτεται στην πορεία. Οι Γερμανοί όμως, μεγαλώνουν με τη νοοτροπία του «σωστού-λάθους», του ωφέλιμου για το κοινωνικό σύνολο (για το οποίο εμείς οι Έλληνες στην πλειοψηφία μας δε δίνουμε δεκαράκι) και μιας κάποιας αδιαλλαξίας σχετικά με τον ορισμό του τι είναι «σωστό», «αποδεκτό», «κοινωνικά ορθό». Από την άλλη, έχουμε το εκπληκτικό πλεονέκτημα να είμαστε ευέλικτοι. Πετάξτε τον σύζυγό μου στο μέσο της Αθήνας και πείτε του να τα βγάλει πέρα για μερικές μέρες, και θα δείτε κατευθείαν τι σημαίνει ο ψύχραιμος Γερμανός να λιώνει σαν το κεράκι σε μια λιμνούλα άγχους και πανικού!

Στην πρώτη επίσκεψη στον παιδικό σταθμό, στον οποίο θα αρχίσει να πηγαίνει σύντομα η κόρη μου, μας δηλώθηκε από την υπεύθυνη – δεν μας ενημέρωσε, μας δήλωσε με πολύ οριστικό και αμετάκλητο τρόπο ότι τα παιδιά δεν ξεκινούν με 8 ώρες την ημέρα. Στην αρχή πηγαίνουν μόνο 4 ώρες, και έπειτα αυξάνουν τις ώρες ανά δίμηνο. Όταν με ύφος φρίκης στο πρόσωπό μου της είπα ότι το μωρό μου θα γεννηθεί σύντομα και δεν ξέρω αν θα μπορώ να φροντίζω δύο μωρά (στο πίσω μέρος του μυαλού στριφογυρίζουν οι άσχημες εμπειρίες της προηγούμενης φοράς, με εμένα καθηλωμένη στο κρεβάτι, να μην μπορώ να χρησιμοποιήσω τους αντίχειρές μου ή να πάω μέχρι το μπακάλικο της γειτονιάς), εκείνη μου είπε: «Για να λέμε λόγια καθαρά, τώρα εσείς κάθεστε στο σπίτι και ο παιδικός σταθμός δεν είναι μέρος παρκαρίσματος των παιδιών».

Πολλά πράγματα με εντυπωσιάζουν στην παραπάνω δήλωση. Να τα καταμετρήσω;

  1. Αρχικά είναι η υπόθεση ότι είμαι μια χαρά, μια νορμάλ έγκυος, χωρίς εγκυμοσύνη υψηλού κινδύνου, που μπορώ να κάνω τα πάντα. Αυτό βέβαια συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους: κρίνουμε και κατακρίνουμε χωρίς να έχουμε ιδέα τι συμβαίνει στον άλλον. Ναι, το κάνετε κι εσείς. Το κάνω κι εγώ. Το κάνουμε όλοι, και συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Το επαναλαμβάνω μήπως και εντυπωθεί στον εγκέφαλο, και στον δικό μου και στον δικό σας: μην υποθέτετε ότι ο άλλος είναι μια χαρά. Δεν ξέρετε ποτέ τι προβλήματα μπορεί να έχει. Ρωτήστε καλύτερα. Να μην ξεχνάω: δεν θα κρίνω. Δεν θα υποθέτω. Θα αντιμετωπίζω τους άλλους με κατανόηση.
  2. Δεύτερον, είναι η κάποια έμμεση προσβολή που κρύβεται πίσω από την πρόταση. Δεν ξέρω τι ακριβώς εννοούσε με αυτήν, ότι δηλαδή είμαι τεμπέλα που δεν θέλω να φροντίζω τα δύο παιδιά μου, ή ότι θέλω να παρατήσω το παιδί μου στον παιδικό σταθμό για τη δική μου ευκολία, χωρίς να με ενδιαφέρει πώς το παιδί περνάει; Στη Γερμανία είναι εξαιρετικά εύκολο να σε κατατάξουν ως «Rabenmutter», μαμά-κοράκι δηλαδή, η οποία παρατάει τα παιδιά της και αντί να τα προσέχει κάνει άλλα πράγματα όπως… να δουλεύει, για παράδειγμα. Απαράδεκτες μαμάδες! Για όσους δεν το γνωρίζουν ή δεν το φαντάζονται, ας σας ενημερώσω ότι η Γερμανία είναι εξαιρετικά οπισθοδρομική σε θέματα που αφορύν τις γυναίκες σε σχέση με το επάγγελμα και την οικογένεια. Τα τελευταία στοιχεία του 2011 δείχνουν ότι μόλις 6% των γυναικών με 2 παιδιά στη Γερμανία επιστρέφουν σε πλήρους απασχόλησης εργασία. Από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι η έλλειψη παιδικών σταθμών, και ας μη μιλήσω παραπέρα για τη σεξιστική νοοτροπία – είμαι σίγουρη ότι τους επόμενους μήνες, που θα ψάχνω κιόλας για δουλειά και κατά πάσα πιθανότητα κανείς δε θα με προσλαμβάνει (στην πεθερά μου πιθανός εργοδότης είχε πει έξω από τα δόντια «τι να σε κάνω εσένα, πήγαινε να μεγαλώσεις τα παιδιά σου» – ευτυχώς εντωμεταξύ αυτό είναι παράνομο να σου το πουν, ωστόσο δεν πληρώνουν πρόστιμο αν το σκεφτούν), θα σας μεταφέρω πολλά βιώματά μου που θα σας κάνουν να τραβάτε τα μαλλιά σας.
  3. Τρίτον, είναι η εκπληκτική αγένεια της πρότασης. Θα μιλούσατε εσείς έτσι σε έναν πελάτη; Σε μια μαμά που φέρνει το παιδί της στον παιδικό σταθμό; Ναι, βέβαια, οι θέσεις των παιδικών σταθμών στη Γερμανία είναι ακόμα ελλιπείς – ιδιαίτερα στη δυτική Γερμανία, και στην πολύ συντηρητική Βαυαρία. Οι θέσεις του παιδικού σταθμού θα γέμιζαν εύκολα από τα επόμενα παιδάκια, ακόμα κι αν η κόρη μου δεν πηγαινε εκεί. Αλλά στην τελική δεν μου κάνει χάρη – είναι η δουλειά της να έχει πελάτες στον παιδικό σταθμό, και εξάλλου πληρώνουμε για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Και για άλλα, πολλά μας ενημέρωσε η συγκεκριμένη κυρία. Φαίνεται στο επάγγελμά της έχει να αντιμετωπίσει άλλες γυναίκες, το ίδιο αποφασιστικές, αυταρχικές, όπως θέλετε πείτε το, όπως εκείνη. Ίσως γι’ αυτό ο τρόπος της ήταν τόσο απόλυτος, τόσο οριστικός. Κάπου εκεί μέσα στη συζήτηση συνειδητοποίησα ότι θα υπάρχουν και γονείς λιγότερο «εύκολοι» από εμάς, που δεν θέλουν ίσως να συμμορφωθούν με τους κανόνες του ιδρύματος, που θέλουν να κάνουν το δικό τους. Έτσι άρχισα να αποκτώ κατανόηση για την κυρία – σίγουρα το να παίζεις το διαιτητή ανάμεσα σε γονείς, νηπιαγωγούς και παιδιά δεν είναι εύκολο. Και κάτι άλλο συνειδητοποίησα: για να αντιμετωπίζω τις αυταρχικές Γερμανίδες, δεν είναι απαραίτητο να γίνω κι εγώ σαν κι αυτές. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λέω αυτό που με απασχολεί, να μην κάνω αυτό που δε θέλω, ακόμα κι όταν κάποιος με πιέζει, και να αντιμετωπίζω τον κόσμο με τον δικό μου μοναδικό τρόπο.

Η μικρή μου, αναπόφευκτα, θα μεγαλώσει όντας κυρίως Γερμανίδα. Ελπίζω κι εκείνη να βρει τις ισορροπίες της μέσα στο κοινωνικό σύνολο, και να μη γίνει σαν όλες τις άλλες – με λίγα λόγια, ελπίζω να πάρει λίγη από την Ελληνική μου ευελιξία…

Τέλος, να σας πω ότι δε με πειράζουν αυτά τα ενδιαφέροντα μικρά καθημερινά εμπόδια. Ναι, η εύρεση εργασίας στη Γερμανική νοοτροπία θα είναι δύσκολη, ναι, θα πρέπει να αντιμετωπίσω αυταρχισμό, σεξισμό, σωβινισμό ίσως… Τα ξέρω όλα αυτά. Αλλά μου φέρνουν ένα χαμόγελο στα χείλη, και τα βλέπω περισσότερο ως τα ευτράπελα και ενδιαφέροντα της κοινωνίας, και όχι ως αξεπέραστα προβλήματα. Εξάλλου είμαι, επιτέλους, εκεί που θέλω να είμαι.

Advertisements

One thought on “Ιστορίες από τον παιδικό σταθμό: ο τύπος της αυταρχικής Γερμανίδας

  1. Πολύ μου άρεσε η κατάληξη του κειμένου από την οποία φαίνεται για άλλη μια φορά ότι είσαι συνειδητοποιημένος άνθρωπος.Στην αρχή που περιέγραφες τις διαφορές που χαρακτηρίζουν τους 2 λαούς,συνειρμικά σκέφτηκα τον Τσιπόλα και τους πέντε νόμους των ηλιθίων που συμπτωματικά βρήκα συνοπτικά γραμμένο σε ένα αρθράκι σήμερα!Ας μην επεκταθώ όμως σε αυτό κι ας προχωρήσω στο θέμα «δήλωση της αυταρχικής Γερμανίδας διευθύντριας» κι έχω να παρατηρήσω ότι ήταν μια σωστή κουβέντα που ειπώθηκε από λάθος άνθρωπο απευθυνόμενο σε επίσης λάθος άνθρωπο!Θα έπρεπε να ήταν ακριβώς το αντίστροφο και αυτή η διευθύντρια να διήυθυνε σε σχολείο ελληνικό και να απευθυνόταν σε μια από εκείνες τις μάνες εδώ που είναι αρκετές καθ΄ομολογίαν δασκάλων του δημοτικού και του νηπιαγωγείου,οι οποίες παρκάρουν τα παιδιά τους στα δημόσια σχολεία για να κοιμηθούν με ηρεμία και να πιούν με άνεση τον καφέ τους και φυσικά μη σκεπτόμενες ότι καταλαμβάνουν μία θέση ενός παιδιού που η μάνα του επιβάλλεται να εργάζεται και δεν έχει άνθρωπο να της κρατήσει το παιδί!Επίσης,στην δική σου περίπτωση,έπρεπε να είχες απέναντί σου μία διευθύντρια Ελληνίδα που θα προχωρούσε υποχρεωτικά στην διαδικασία εγγραφής του παιδιού σου(έτσι γίνεται)με ευγένεια και χαμόγελο,χωρίς όρους και υποδείξεις!Τα πάντα παντού ένα μπέρδεμα και τελικά τίποτα δεν θα γίνει ιδανικό……συμφωνώ με τον επίλογό σου απόλυτα(πρέπει να έχουμε επίγνωση του τι μας γίνεται)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s